
Η μικρή Έλενα έτρεξε στο δωμάτιό της κλαίγοντας. Βρόντηξε πίσω της την πόρτα με δύναμη και με ένα πήδο βρέθηκε μπρούμυτα στο κρεβάτι της με το πρόσωπό της βυθισμένο στα πουπουλένια μαξιλάρια της. Το κορμάκι της ταραζόταν από τους λυγμούς και τα αναφιλητά ενώ κάθε λίγο ακουγόταν κι από ένα μακρόσυρτο ρούφηγμα της μύτης της!
Μα τι ενοχλητικοί θόρυβοι ήταν αυτοί τέλος πάντων; Πάνω που είχε πάρει γλυκά γλυκά τον πρώτο του υπνάκο… Πέταξε στην άκρη της μικρής κονσέρβας τα σκεπάσματά του με μια έκφραση δυσαρέσκειας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του και σηκώθηκε ακροπατώντας στις μύτες πλησιάζοντας σιγά σιγά στην πόρτα του σπιτιού του. Έβγαλε δειλά το κεφάλι του λίγο παραέξω κι αντικρίζοντας το μικρό κορίτσι, που δεν είχε σταματήσει να κλαίει, απέμεινε να το κοιτάζει απορημένος. «Αυτή μάλλον πρέπει να είναι η Έλενα!» σκέφτηκε καθώς είχε ακούσει αρκετές φορές το όνομά της χωμένος στην ποντικότρυπά του αλλά δεν την είχε δει ποτέ ως τώρα. « Μα τι να της συμβαίνει;» συνέχισε τις σκέψεις του μοναχός του ενώ αμέσως μετά μάζεψε βιαστικά ξανά το κεφάλι του προς τα μέσα καθώς το τρίξιμο της πόρτας της κρεβατοκάμαρας, γνώριμος ήχος τώρα πια για εκείνον, τον προειδοποίησε για τον ερχομό και δεύτερου εχθρού! Ο πρώτος ήταν η Έλενα, αν και τώρα που την έβλεπε από κοντά, έστω και μπρούμυτα, δεν του φαινόταν και τόσο τρομακτική.
-Έλενα σύνελθε σε παρακαλώ! Μα τι καμώματα είναι αυτά σήμερα μου λες; ακούστηκε μια γυναικεία μαλωσιάρικη φωνή αμέσως μετά από τα βήματα που σταμάτησαν λίγο προτού φτάσουν μπροστά από την πόρτα του!
«Α! Η μαμά της!» σιγοψιθύρισε αυτή τη φορά ο Ρούλτον αναγνωρίζοντας την φωνή.
-Άσε με! Φύγε! Πείσμωσε ακόμη περισσότερο η Έλενα και προσπάθησε να σπρώξει ακόμη πιο βαθιά το κεφάλι της στο μουσκεμένο από τα δάκρυα μαξιλάρι της.
-Νομίζω ότι το έχεις παρακάνει νεαρή μου! συνέχισε στον ίδιο τόνο η μαμά της. Απαιτώ να μου ζητήσεις συγνώμη και να σηκωθείς γρήγορα να ετοιμαστείς!
-Δεν πάω σου είπα!
-Δεν σε καταλαβαίνω! Ειλικρινά δε σε καταλαβαίνω! Σε περιμένουν με τόση χαρά και εσύ …αντί…αντί να τρέξεις, κάθεσαι εδώ και μυξοκλαίς χωρίς λόγο!
-Δεν μυξοκλαίω!
-Α ναι ε; Τότε γιατί έχεις χώσει τη μουρίτσα σου εκεί μέσα; Ε; μαλάκωσε τώρα λίγο τη φωνή της η μητέρας προσπαθώντας να δοκιμάσει με τον καλό τρόπο. Η αλήθεια ήταν ότι η Έλενα δεν ήταν κι από τα πιο εύκολα παιδιά! Όταν την έπιανε η αναποδιά της, άρχιζε ο πραγματικός εφιάλτης και ο δικός της αλλά και του άντρας της που δεν ήξεραν πώς να τη χειριστούν. Να την καλοπιάσουν ή να την αγριέψουν; Να τη μαλώσουν ή να τη χαϊδέψουν;
Η μητέρα της έκανε λίγα ακόμη βήματα κι έκατσε στην άκρη του κρεβατιού.
-Τουλάχιστον μπορείς να μου πεις τον λόγο; Ακούστηκε ξεκάθαρα η απελπισία της αυτή την φορά στα λόγια της μετά από έναν βαθύ αναστεναγμό.
Ο βαθύς αναστεναγμός της μαμάς σήμαινε πάντα την νίκη της Έλενας, που στο άκουσμά του αναθάρρησε κι έκατσε ανακούρκουδα δίπλα της. Οι μακριές ξανθιές της μπούκλες ήταν ακόμη ριγμένες άτσαλα μπροστά στα μάτια της πράγμα που έκανε την μάμα της να γελάσει βλέποντάς την.
-Κακομαθημένη! Την ψευτομάλωσε την ώρα που άπλωσε τα χέρια της για να της σουλουπώσει τα μαλλιά και να της σκουπίσει τα μάτια.
-Δε θέλω να πάω γιατί όποτε πάω βαριέμαι!
-Μα πώς μπορείς και το λες αυτό; Ο θείος Χάρης και η θεία Αφρούλα σε λατρεύουν και το ξέρεις! Σου κάνουν όλα τα χατίρια! Έχεις παράπονο;
-Ναι, αλλά δεν έχω κανέναν να παίξω! επέμενε η Έλενα.
-Παίζεις μαζί τους, δε σου αρκεί αυτό; Το ξέρεις ότι χαίρονται τόσο πολύ όταν πηγαίνεις που γίνονται κι εκείνοι μικρά παιδιά! Τι κρίμα που η ζωή τους τα έφερε έτσι ώστε να μην αποχτήσουν ένα δικό τους παιδάκι, τι άδικο…. έστρεψε το βλέμμα της στο παράθυρο η μαμά της τάχα μου μονολογώντας. Στην πραγματικότητα δοκίμαζε την τελευταία της ελπίδα! Ή αλλιώς …την τελευταία της τακτική! Την τακτική «που θα μου πας; Θα σε ρίξω στο φιλότιμο!»
Η αλήθεια ήταν ότι αυτή η τακτική, έπιανε σχεδόν πάντα με την Έλενα, γιατί μπορεί να ήταν αναποδιάρα και κακομαθημένη όπως της έλεγε η μαμά της, αλλά παράλληλα ήταν και φιλότιμη και ψυχοπονιάρα!
-Ναι…το ξέρω… μα… άρχισε να ψελλίζει δείχνοντας ότι οι τελευταίες κουβέντες την έβαλαν σε σκέψεις.
-Κι εξάλλου, μπορείς να πάρεις και τα παιχνίδια σου μαζί, όπως κάνεις κάθε φορά! πήρε φόρα η μητέρα της για να κερδίσει έδαφος! Και χρόνο!
-Δε θέλω! Ξαναπέρασε στην αντεπίθεση η Έλενα! Δε θέλω σου είπα! Όποτε πηγαίνω δε με αφήνουν σε ησυχία, τι να τα κάνω τα παιχνίδια; Δεν έχω χρόνο να παίξω μαζί τους! Όλο «αχ κάνε εκείνο και αχ κάνε το άλλο» μου λένε! «Φάε τα λαχανικούλια σου!» «Κάτσε να ακούσεις παραμυθάκια!» «Χόρεψε σα μπαλαρινούλα!» «Πήδηξε σα μαϊμουδίτσα!» Δε μου αρέσουν καθόλου τα παιχνίδια που θέλουν να παίζουμε!
-Νομίζω ότι αυτό μπορείς να το συζητήσεις μαζί τους και να…
-Δεν έχω να συζητήσω τίποτα! αγρίεψε αυτή τη φορά το μικρό κορίτσι! Δεν πάω! Τελεία και παύλα!
-Έλενα! ύψωσε τον τόνο της φωνής της η μαμά της!
-Δεν πάω! Δεν πάω! Δεν πάω! ούρλιαξε σχεδόν η Έλενα!
-Πολύ καλά! Τότε ετοιμάσου να περάσεις ένα ωραιότατο διήμερο κλεισμένη στο δωμάτιό σου δεσποινίς! Κι ελπίζω όταν θα τελειώσει αυτό το Σαββατοκύριακο να έχεις σκεφτεί τους τρόπους σου!
Ο αγώνας είχε τελειώσει με ισοπαλία και η λήξη σήμανε με το βρόντηγμα της πόρτας! Δεύτερο για σήμερα!
«Μηδέν - μηδέν» είπε σιγανά ο Ρούλτον κρυφογελώντας. Η αλήθεια ήταν ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν υπήρχε πιθανότητα κάποιος να τον ρωτήσει τη γνώμη του, θα έπαιρνε το μέρος της Έλενας! Καταλάβαινε καλύτερα από τον καθένα τη μοναξιά, ή για να ακριβολογούμε τη μοναξιά που νιώθει κάποιος περιστοιχισμένος από ένα σωρό άλλους ανθρώπους! Τι να έλεγε κι εκείνος που αναγκαζόταν τόσο καιρό να κρύβεται μοναχός του στο σπιτάκι του χωρίς να μπορεί να παίξει ή να μιλήσει με κανέναν;
«Καημένο κορίτσι…» είπε λίγο πιο δυνατά απ’ ό,τι έπρεπε αυτή τη φορά πράγμα που σήμανε και για εκείνον το τέλος της κρυφής του ζωής!
Όταν αντίκρισε τα δυο τεράστια γαλανά μάτια να φράζουν την είσοδο του μικροσκοπικού σπιτιού του, κόντεψε να πέσει ξερός! «Ωχ όχι!» σκέφτηκε ενώ τρέμοντας σύγκορμος έφερε γρήγορα γρήγορα τα χέρια του στα αυτιά του, περιμένοντας το ουρλιαχτό που σίγουρα δε θα αργούσε! Είχε συνηθίσει πια να ακούει τις τσιριχτές κραυγές των γυναικών και των παιδιών μόλις τον έβλεπαν! Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν τυχαίο αλλά μετά από την εικοστή έβδομη φορά κατάλαβε ότι ούρλιαζαν επειδή έβλεπαν εκείνον! Έμαθε κι εκείνος μετά να τα βουλώνει γιατί τις προηγούμενες εικοσιεφτά φορές είχε κινδυνέψει και να κουφαθεί αλλά και να τα κακαρώσει από το φόβο του!
Αυτή τη φορά όμως, μάλλον είχε πέσει έξω. Η Έλενα δε φαινόταν διατεθειμένη να ουρλιάξει! Αν ήταν θα το είχε κάνει εδώ και κάμποσα λεπτά πριν και δε θα στεκόταν ακίνητη με τα μάτια της καρφωμένα πάνω του τόση ώρα! Πέρασαν ακόμη λίγα λεπτά έτσι, ο ένας απέναντι στα μάτια του άλλου να κοιτάζονται σιωπηλοί, πριν το μικρό κορίτσι αποφασίσει να του μιλήσει πρώτο!
-Ποιος είσαι εσύ;
-Θα με σκοτώσεις; ρώτησε ο Ρούλτον χωρίς να χάσει χρόνο και δίχως να απαντήσει στην ερώτηση της Έλενας.
-Όχι.
-Είμαι ο Ρούλτον.
-Χαίρω πολύ, είμαι η …
-…η Έλενα, ξέρω! τη διέκοψε ο Ρούλτον
-Μα ναι, πού το ξέρεις;
-Ζω εδώ κάμποσο καιρό…
-Μπορείς να βγεις λίγο έξω; Πόνεσαν τα γόνατά μου.
-Θα με σκοτώσεις; ξαναρώτησε ο Ρούλτον που η καρδιά του κόντευε να σπάσει.
-Μα γιατί με ρωτάς συνέχεια το ίδιο; Αφού σου είπα δε θα σε σκοτώσω! Σιγά μη σε σκοτώσω!
-Και τι θα με κάνεις;
-….φίλο; Τι λες;
-Φίλο; Θα με κάνεις φίλο; Αυτό κι αν είναι από τα περίεργα!
-Γιατί;
-Γιατί συνήθως οι άνθρωποι κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να τα τινάξω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα! Αφού ουρλιάξουν βέβαια!
Η Έλενα έβαλε τα γέλια.
-Οι άνθρωποι είναι χαζοί! Εγώ χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω! του είπε κι έχωσε το δάχτυλό της μέσα στην ποντικότρυπα για να ανταλλάξουν την πρώτη τους χειραψία! Είχε δει πολλές φορές τους μεγάλους να το κάνουν και περίμενε πώς και πώς τη στιγμή που θα το έκανε όπως ακριβώς κι εκείνοι! Βέβαια δε φανταζόταν ποτέ ότι η πρώτη της χειραψία θα ήταν με έναν ποντικό, αλλά αυτό δε φαινόταν να την απασχολεί καθόλου!
Ο Ρούλτον ανταπέδωσε δισταχτικά πιάνοντας το δάχτυλό της με το μικρό χεράκι του και κουνώντας το πάνω κάτω! Η φιλία τους είχε μόλις ξεκινήσει κι έτσι κι εκείνος πήρε τη μεγάλη απόφαση και βγήκε παραέξω όπως του είχε ζητήσει. Η Έλενα τον βοήθησε να ανέβει στο κρεβάτι της, παίρνοντάς τον στη χούφτα της, κι αφού βολεύτηκαν έπιασαν να μιλούν για όλο τον προηγούμενο καιρό που εκείνος ζούσε σε άλλα σπίτια, για το πόσες φορές είχε κινδυνέψει, για το πόσες φορές είχε ξεφύγει, για το πώς κατέληξε στο δωμάτιό της, λίγο πιο δεξιά από το κομοδίνο της για την ακρίβεια, τρυπώνοντας από το παράθυρό της ένα καλοκαιρινό απόγευμα. Της είπε ακόμη για το τι είχε δει και ακούσει όλους αυτούς τους μήνες που σχεδόν συγκατοικούσαν αλλά και για τη μοναξιά που ένοιωθε! Η Έλενα του μίλησε κι εκείνη για τη δική της μοναξιά καθώς δεν είχε άλλα αδερφάκια αλλά ούτε και ξαδέρφια και για το πόσες φορές είχε ευχηθεί μέσα της να βρεθεί ένας φίλος που να μπορεί να συζητά και να παίζει μαζί του όλη μέρα!
-Λοιπόν! Νομίζω ότι σου αξίζει ένα καλύτερο σπίτι! του είπε κάποια στιγμή η Έλενα , σοβαρεύοντας απότομα, κάνοντάς τον να απορήσει.
-Δηλαδή;
-Δηλαδή, νομίζω σου αξίζει ένα σπιτάκι μεγαλύτερο και πολύ πιο άνετο! Την ώρα που είχα γονατίσει μπροστά στην πόρτα σου απορούσα πώς μπορείς να ζεις σε ένα τόσο μικρό χώρο που χωρά ίσα ίσα το κρεβατάκι σου και μόνο!
-Το κονσερβοκουτάκι μου θέλεις να πεις, τη διόρθωσε ο Ρούλτον και γέλασαν! Κι εγώ που νόμιζα ότι σκεφτόσουν με τι τρόπο θα με ξεκάνεις, συνέχισε προκαλώντας ακόμη περισσότερο γέλιο!
-Μην είσαι χαζός! Τι λέμε τόση ώρα;
-Ε τότε δεν τα είχαμε πει ακόμη….
-Λοιπόν είπα! Άστα αυτά τώρα κι άκου αυτό που θα σου πω!
-Είμαι όλος αυτιά!
-Σε λίγο η μαμά μου θα πάει για ψώνια, κάνει το ίδιο πράγμα την ίδια ώρα κάθε Σάββατο! Είναι ευκαιρία να βγω έξω να σου φέρω το τέλειο σπίτι! του είπε ενθουσιασμένη χτυπώντας τα χέρια της γεμάτη χαρά!
-Μα πώς θα βγεις έξω αφού είσαι τιμωρία; Κι αν σε δει ο μπαμπάς σου;
-Μα τι κουτός που είσαι! Νομίζεις μόνο εσύ μπορείς να μπαινοβγαίνεις από τα παράθυρα; Κι ο μπαμπάς μου να είσαι σίγουρος ότι δε θα καταλάβει τίποτα αφού κι εκείνος, κάθε Σάββατο, την ώρα που η μαμά πάει για ψώνια, ασχολείται με τη μεγάλη του αγάπη! Κλείνεται στο γραφείο του και διαβάζει! Είναι η τέλεια ευκαιρία σου λέω!
Δε χρειάστηκε να πούνε περισσότερα. Μόλις άκουσαν την πόρτα της κεντρικής εισόδου του σπιτιού να κλείνει, η Έλενα πετάχτηκε φουριόζα ως το παράθυρο. Περίμενε λίγα λεπτά πίσω από τις μισοτραβηγμένες κουρτίνες, κοιτάζοντας τη μητέρα της να απομακρύνεται σέρνοντας ξοπίσω της το καροτσάκι που έπαιρνε πάντα μαζί της όταν πήγαινε στην αγορά, και αμέσως μετά, με ένα σάλτο βρέθηκε στην πίσω αυλή. Ο Ρούλτον σκαρφάλωσε στο πρεβάζι και παρίστανε τον τσιλιαδόρο προβάροντας το σφύριγμα του! Ευτυχώς το δωμάτιό της βρισκόταν στο ισόγειο και έτσι μπορούσε συχνά πυκνά να σουλατσάρει στον πίσω κήπο ακόμη κι όταν όλοι κοιμόντουσαν χωρίς κανένας να την παίρνει χαμπάρι! Έτρεξε στην μικρή αποθηκούλα κι έσπρωξε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε την παλιά ξύλινη πόρτα.
Η μικρή αποθηκούλα, που βρισκόταν ακριβώς κάτω από την τεράστια μουριά, ήταν το αγαπημένο μέρος του πατέρα της που εκεί μέσα φυλούσε, εκτός από τα εργαλεία του, έναν σωρό από άχρηστα και παλιά αντικείμενα που δεν έλεγε να τα αποχωριστεί! Έτσι κι όταν είχε έρθει η ώρα να πετάξουν το παλιό τσίγκινο γραμματοκιβώτιο με το ξεχαρβαλωμένο πορτάκι, που τόσο πολύ εκνεύριζε τη μητέρα της κάθε φορά που έβρισκε τα γράμματα πεσμένα στο δρόμο, εκείνος προτίμησε να το καταχωνιάσει στην αποθήκη του, πίσω από το μπαούλο με τα περιοδικά που μάζευε από μικρό παιδί! Η Έλενα το σήκωσε προσεχτικά κι αφού φούσκωσε τα πνευμόνια της με αέρα το φύσηξε με όλη της τη δύναμη για να διώξει το παχύ στρώμα σκόνης που είχε κατακάτσει επάνω του όλα αυτά τα χρόνια που βρισκόταν παρατημένο στη μοίρα του. Τα μάτια της έλαμψαν από ικανοποίηση. Ναι, θα ήταν το τέλειο σπιτάκι! Λίγο πριν φύγει, με την άκρη του ματιού της είδε στον τοίχο να κρέμεται ένα κουβάρι από χοντρό σχοινί! «Σίγουρα θα μας χρειαστεί!» ψιθύρισε μόνη της και… δίχως να το πολυσκεφτεί, έχωσε το κουβάρι μέσα στο γραμματοκιβώτιο.
Ξαναγύρισε τρέχοντας στο δώματιό της και κρατώντας ακόμη το κουτί στο χέρια της έκανε μια θεαματική στροφή γύρω από τον εαυτό της γεμάτη χαρά κάνοντας το μακρύ γαλάζιο φουστάνι της με την μπορντό δαντέλα στο τελείωμά του να φουσκώσει σαν αερόστατο και τον Ρούλτον να φέρει δυο τούμπες στον αέρα από τον ενθουσιασμό του! Σαν έμπειροι μάστορες, βάλθηκαν να μετρούν και να κόβουν, να ανεβαίνουν ως το ταβάνι και να ξανακατεβαίνουν, να ξαναμετρούν και να ξανακόβουν, να στήνουν και να ξεστήνουν ώσπου… μετά από κάμποση ώρα… ω μα ναι…. μετά από κάμποση ώρα… το σπιτάκι του Ρούλτον ήταν επιτέλους έτοιμο! Πιο όμορφο απ’ ό,τι είχε ποτέ ονειρευτεί! Πιο όμορφο από κάθε άλλο σπιτάκι που είχε ποτέ! Όλο δικό του!
Στημένο στον αέρα, σχεδόν πάνω από το κρεβάτι της Έλενας, και κρατημένο γερά με τα χοντρά σχοινιά που τα στερέωσαν ένα ένα στους μικρούς γάντζους που είχε βάλει ο πατέρας της στο ταβάνι για να κρεμά τα αγαπημένα της ψαράκια που της κρατούσαν συντροφιά τα βράδια λαμπυρίζοντας στο σκοτάδι. Ήταν σίγουρο πως εκεί ψηλά, κανείς δε θα μπορούσε να τον ανακαλύψει! Πήραν ακόμη κι όλες τις παλιές κρεμάστρες που βρίσκονταν ξεχασμένες στη ντουλάπα της κι όλα τα κορδόνια από τα αθλητικά παπούτσια που δεν της έκαναν πια κι έφτιαξαν και μια σκάλα, ώστε ο Ρούλτον, και μόνο ο Ρούλτον, να ανεβοκατεβαίνει όποτε ήθελε χωρίς καμία δυσκολία!
Οι δυο φίλοι αντάλλαξαν ακόμη μια χειραψία δίνοντας συγχαρητήρια ο ένας στον άλλο, απόλυτα ευχαριστημένοι για το κατόρθωμά τους! Το σπιτάκι του Ρούλτον ήταν στ’ αλήθεια ένα μικρό παλάτι και εκείνος από εκείνη την ημέρα και μετά ένιωθε σαν πραγματικός βασιλιάς, έχοντας στο πλευρό του την πανέμορφη και καλοσυνάτη πριγκίπισσά του! Το μικρό κορίτσι και ο μικροσκοπικός ποντικός έγιναν οι καλύτεροι φίλοι και έζησαν αχώριστοι για πολλά πολλά χρόνια, βοηθώντας πολλές φορές ο ένας τον άλλον και χωρίς ποτέ κανένας να ανακαλύψει το μεγάλο τους μυστικό ! Και το κυριότερο; Χωρίς ποτέ να νοιώσει ξανά μοναξιά κανένας από τους δύο…
